ἀμέρδω

ἀμέρδω
Grammatical information: v.
Meaning: `deprive of something properly belonging to somebody' (Il.); cf. Fraenkel Phil. 97, 172f.
Other forms: μέρδει· κωλύει, βλάπτει H.; μερθεῖσα· στερηθεῖσα H.
Origin: IE [Indo-European] [736] *h₂merd- `cause injury'
Etymology: If the form without the initial vowel is secondary, the root may have been *h₂merd-, which will be that found in Skt. mr̥dnāti, mardati `zerreiben, zerdrücken' (cf. μαραίνω), OAv. mōrǝndat, Lat. mordeo, OE smeortan `cause pain' (with s- of Germanic origin). - Perhaps here ἀμείρω.
Page in Frisk: --

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀμέρδω — deprive pres subj act 1st sg ἀμέρδω deprive pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμέρδω — ἀμέρδω (Α) 1. αφαιρώ από κάποιον κάτι που τού ανήκει, στερώ, αποστερώ 2. αποστερώ κάποιον από τα φυσικά του δικαιώματα 3. (για τα μάτια) θαμπώνω, τυφλώνω 4. (το ενεργητικό όπως και το μέσο με παθητική σημασία) στερούμαι, χάνω 5. ό,τι και το… …   Dictionary of Greek

  • ἀμέρδῃ — ἀμέρδω deprive pres subj mp 2nd sg ἀμέρδω deprive pres ind mp 2nd sg ἀμέρδω deprive pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμέρδει — ἀμέρδω deprive pres ind mp 2nd sg ἀμέρδω deprive pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμέρσαι — ἀμέρδω deprive aor inf act ἀμέρσαῑ , ἀμέρδω deprive aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμερθεῖσα — ἀμέρδω deprive aor part pass fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμερθείς — ἀμέρδω deprive aor part pass masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμερθῇ — ἀμέρδω deprive aor subj pass 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμερθῇς — ἀμέρδω deprive aor subj pass 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμερθέν — ἀμέρδω deprive aor part pass neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμερθῶσι — ἀμέρδω deprive aor subj pass 3rd pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.